Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

ΠΟΙΟΙ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ GREXIT?


*Της Ελένης Παναγιωταρέα

Ποιο Grexit; Η χώρα εφαρμόζει, έστω και με αστερίσκους, το τρίτο μνημόνιο, ενώ η S&P αναβάθμισε την πιστοληπτική της ικανότητα δύο ολόκληρες κατηγορίες, σε –Β. Επιπλέον, έχει σημειωθεί πρόοδος στο άνοιγμα των αγορών και η ύφεση που προβλέπεται για το 2016 είναι σαφώς μικρότερη από την αναμενόμενη. 

Ενα μικρό εμπόδιο παραμένει, η πρώτη αξιολόγηση του προγράμματος. Αυτή θα ολοκληρωθεί επιτυχώς και μετά θα προχωρήσει η ελάφρυνση του χρέους. Η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές θα δρομολογηθεί αμέσως μετά, περίπου ως φυσικό επακόλουθο. Για όποιον έχει ενστάσεις, ιδού ολοκληρωμένο σχέδιο exit από την κρίση! 

Δύο πράγματα συνεχίζουν να εκπλήσσουν. Το πρώτο είναι η αφέλεια ή μάλλον η άγνοια. Ανεξάρτητα από την έκβαση της περίφημης αξιολόγησης, κανένας από τους στόχους που επιτυγχάνονται «σήμερα» δεν είναι διατηρήσιμος μεσοπρόθεσμα. 

Πρόκειται ως επί το πλείστον για εισπρακτικούς στόχους που προέρχονται από τη συνεχιζόμενη υπερφορολόγηση των συνεπών φορολογούμενων. Χωρίς δε να αμφισβητεί κανείς ότι προχωρούν οι έλεγχοι στις διάφορες επώνυμες λίστες, ούτε η φοροδιαφυγή έχει περιοριστεί σε συστημικό επίπεδο, ούτε η φορολογική βάση έχει διευρυνθεί. 

Επομένως, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η δημευτικής λογικής φόροι προάγoυν την κοινωνική δικαιοσύνη. Ούτε, βέβαια, αυτή προάγεται από τη συστηματική οικοδόμηση του κομματικού στρατού. 

Το κόστος μισθοδοσίας και διατήρησης προνομίων έχει σαφές δημοσιονομικό πρόσημο, το μεγαλύτερο βάρος του οποίου θα αναλάβει ο ιδιωτικός τομέας μέσω αυξημένων φόρων και εισφορών. Ολα αυτά, ενώ οι αριθμοί επιβεβαιώνουν το αυριανό αδιέξοδο: σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, στο 12μηνο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου 2015, δημιουργήθηκε νέα γενιά ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία ύψους 13,48 δισ. ευρώ (έναντι 13,76 δισ. το 2014).

Το δεύτερο είναι η έλλειψη στρατηγικής: ενώ η χώρα βρίσκεται υπό καθεστώς τρίτου μνημονίου, η επιβολή οριζόντιων μέτρων ή οι υπό πίεση ιδιωτικοποιήσεις συνεχίζουν να βαφτίζονται μεταρρυθμίσεις. Το θέμα δεν είναι να γεμίσουν πρόσκαιρα τα ταμεία, αλλά να αλλάξουν τα κίνητρα των συμμετεχόντων, να καταργηθούν οι βαριές διατάξεις που στρεβλώνουν το επιχειρείν. 

Εδώ συμβαίνει το αντίθετο: τηρούνται χαλαρά οι λίγοι κανόνες που προάγουν το fair play, ενώ τίθενται υπό διωγμό οι εποπτικές αρχές, πιο πρόσφατα η Επιτροπή Ανταγωνισμού. Ετσι, οι μεν ευάλωτοι είναι αυτοί που πληρώνουν ακριβά τις αυξήσεις, σε σειρά βασικών καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών για παράδειγμα, οι δε ικανοί αποθαρρύνονται επιχειρηματικά, καθώς δεν βρίσκουν τρόπο «εισόδου» στην αγορά που τους ενδιαφέρει. 

Στο πλαίσιο αυτό, είναι καθαρά υποκριτική η συζήτηση για την προσέλκυση επενδύσεων ή τη βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος. Υπάρχει άλλωστε μία σειρά από χρήσιμα case studies, από την αναστολή των επενδύσεων της «Ελληνικός Χρυσός Α.Ε.» έως τη μονομερή από το κράτος αλλαγή του κανονιστικού πλαισίου στα VLTs και την οριζόντια επιβολή τέλους στα παιχνίδια του ΟΠΑΠ. Αναμένει κανείς να δει αν σοβαρές εκκρεμείς υποθέσεις, της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, του Ελληνικού, της αδειοδότησης των υδατοδρομίων, θα δώσουν άλλο δείγμα γραφής.

Δυστυχώς, οι θεσμοί αναγνωρίζουν μεν την ανάγκη να εκπονηθεί μία στρατηγική ανάπτυξης (αφού το πολιτικό προσωπικό της χώρας δεν τα έχει καταφέρει στον συγκεκριμένο τομέα), συνεχίζουν ωστόσο να θέτουν, με δεδομένη τη σημερινή οικονομική κατάσταση, μη ρεαλιστικούς στόχους για πρωτογενή πλεονάσματα. 

Θεμιτή έως ένα βαθμό η αγωνία τους να πείσουν και να πεισθούν ότι υπάρχει μεγαλύτερη ιδιοκτησία του προγράμματος και ότι το ελληνικό χρέος είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο. Εκτός από χρήματα, μας έχουν δανείσει και την αξιοπιστία τους. 

Ωστόσο η έξοδος της Ελλάδας από το πρόγραμμα θα εξαρτηθεί από την επιστροφή στην ανάπτυξη και τη δημιουργία των προϋποθέσεων που θα καταστήσουν τη χώρα ανταγωνιστική. Ας στρέψουν λοιπόν τα όποια εργαλεία πίεσης, συμπεριλαμβανόμενης της τήρησης των όρων-conditionality, προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η ίδια η λογική της αξιολόγησης πρέπει να αλλάξει: τα «μέτρα» δεν επιφέρουν ούτε ανασυγκρότηση του παραγωγικού μοντέλου, ούτε δημιουργούν υπηρεσίες και προϊόντα διεθνώς εμπορεύσιμα, ικανά να σταθούν στις διεθνείς αγορές, ούτε βοηθούν στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης. 

Ας αξιολογηθούν οι παρεμβάσεις με γνώμονα την αύξηση της παραγωγικότητας, την εισαγωγή της καινοτομίας, την ενίσχυση της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την υλοποίηση επενδύσεων που δημιουργούν θέσεις εργασίας.

Ποιοι δουλεύουν λοιπόν για το Grexit; Οσοι αδυνατούν να δουν ότι η ελληνική οικονομία παραμένει, σε μεγάλο βαθμό, αγκιστρωμένη σ’ ένα μοντέλο διαχείρισης της οικονομίας που δημιούργησε την κρίση χρέους. 

Οσοι δεν βλέπουν ότι διαιωνίζεται ο φαύλος κύκλος χρέους-ύφεσης, εμμένοντας σε μοντέλα που δεν επιτρέπουν στη χώρα να αξιοποιήσει τα όποια πλεονεκτήματά της. Οποιοι, τέλος, αρνούνται τη «συλλογική προσπάθεια» που αποτέλεσε «το κλειδί για την επιτυχία της εξόδου της Κύπρου από το μνημόνιο».

* Η κ. Ελένη Παναγιωταρέα είναι Research Fellow του ΕΛΙΑΜΕΠ και συγγραφέας του βιβλίου «Greece in the Euro».

Αναδημοσίευση από kathimerini.gr