Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ 80 ΔΙΣ. ΕΥΡΩ ΣΕ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡEΨΟΥΜΕ ΣΤΟ... 2010!


Η κινητοποίηση σημαντικών εγχώριων και ξένων χρηματοοικονομικών και παραγωγικών πόρων για επενδύσεις στην εγχώρια οικονομία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επίτευξη βιώσιμης και ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, αναφέρει η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας Διεθνών Κεφαλαιαγορών της Eurobank, στη μελέτη που υπογράφουν οι κ.κ. Νικόλαος Καραμούζης, Δρ. Πλάτων Μονοκρούσος και Δρ. Τάσος Αναστασάτος.

Εκτιμάται ότι, η χώρα χρειάζεται γύρω στα €80 δισ. καθαρών επενδύσεων (μετά από αποσβέσεις και διακλαδικές μετακινήσεις) σε σταθερές τιμές 2010 μόνο και μόνο για να επιστρέψει στα επίπεδα του 2010.

Όλα αυτά όταν η ελληνική οικονομία για το 2017-2018 κατέγραψε ακόμη πιο αδύναμη επίδοση, σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας, με τη θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια κατάταξη των πιο ανταγωνιστικών οικονομιών του κόσμου να υποχωρεί εκ νέου.

Η χώρα καταλαμβάνει την 87η θέση μεταξύ 137 χωρών, παγκοσμίως, σύμφωνα με την έκθεση Global Competitiveness Report 2017 - 2018 του World Economic Forum.

Όπως αναφέρει η Eurobank, δεδομένης της ανεπάρκειας των εγχώριων αποταμιευτικών πόρων (καθαρή αποταμίευση έντονα αρνητική στα -€16,9δις, αρνητική διαφορά -€74,7 δις μεταξύ δανείων και καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες), το επενδυτικό έλλειμμα μπορεί να καλυφθεί σε μεγάλο βαθμό κυρίως με μεγάλης κλίμακας εισροές επενδύσεων και κεφαλαίων από το εξωτερικό.

Η μελέτη αυτή προσδιορίζει και αναλύει δεκαπέντε (15) σημαντικούς παράγοντες που μπορεί να καταστήσουν την Ελλάδα ένα ελκυστικό επενδυτικό προορισμό, ιδιαίτερα για τις άμεσες ξένες επενδύσεις και άλλες εισροές ξένων κεφαλαίων. Ωστόσο, αναλύεται επίσης μια σειρά σημαντικών ζητημάτων τα οποία θα μπορούσαν να επιδράσουν βλαπτικά στο εγχώριο επενδυτικό και οικονομικό περιβάλλον.

Παράδειγμα, η ταχύτητα υλοποίησης των συμφωνηθέντων με τους πιστωτές, η πλήρης ανάληψη της «ιδιοκτησίας» στην εφαρμογή των κατάλληλων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων από τις αρχές άσκησης οικονομικής πολιτικής και η διαμόρφωση αποτελεσματικής φορολογικής πολιτικής, θα καθορίσουν εάν οι παράγοντες αυτοί θα λειτουργήσουν ως τροχοπέδη ή ως επιταχυντές για την ελκυστικότητα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού.

Παρά τη σημαντική μακροοικονομική προσαρμογή, σημαντικές προκλήσεις παραμένουν

Από την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας διάσωσης με τους επίσημους πιστωτές (Μάιος 2010) και εντεύθεν, η Ελλάδα έχει σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο: έχει εξαλείψει τα δίδυμα ελλείμματα του προϋπολογισμού και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, έχει ανακτήσει την απώλεια ανταγωνιστικότητας μισθολογικού κόστους και έχει εφαρμόσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο και στις εγχώριες αγορές εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών. 

Ωστόσο, αυτή η πρόοδος είχε υψηλό κοινωνικό και οικονομικό κόστος, ιδίως σε όρους απώλειας ΑΕΠ και θέσεων εργασίας, μετατρέποντας αυτό που αρχικά ξεκίνησε ως δημοσιονομική κρίση σε μια πρωτόγνωρη οικονομική και τραπεζική κρίση.

Επιπλέον, παρά τις πρόσφατες σαφείς ενδείξεις σταθεροποίησης της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας και επιστροφής σε αναπτυξιακή τροχιά, η επενδυτική δαπάνη παραμένει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, η επίδοση των εξαγωγών, παρά την πρόσφατη βελτίωση, υστερεί σε σχέση με άλλες οικονομίες της περιφέρειας της ζώνης του ευρώ και η χώρα πρέπει ακόμη να διανύσει σημαντική απόσταση στην πορεία για την αποκατάσταση συνθηκών οικονομικής κανονικότητας, πλήρους πρόσβασης στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων και ανάκτησης της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής.

Διαβάστε τη συνέχεια αυτού του εξαιρετικού άρθρου ΕΔΩ