Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

ΠΡΩΤΟΦΑΝΗΣ ΥΣΤΕΡΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΥ ΝΕΩΝ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΩΝ ΟΡΥΚΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΥΛΩΝ


[Νικόλαος Σκαρπέλης, Ομότιμος Καθηγητής Κοιτασματολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών]

Eνας από τους σημαντικούς άξονες της ολοκληρωμένης Εθνικής Πολιτικής αξιοποίησης των Ορυκτών Πρώτων Υλών, που τέθηκε σε εφαρμογή τον Φεβρουάριο 2012 (βλ. Σχόλιο), είναι και η «Έρευνα για ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων».

Η Εθνική Πολιτική προβλέπει την λήψη μέτρων εξασφάλισης των συνθηκών για την έρευνα αυτή, το σχεδιασμό των απαραίτητων υποδομών καθώς και την ένταξη της εκμετάλλευσης των ορυκτών υλών στο συνολικό χωροταξικό σχεδιασμό.

Στις αρχές του 2012 υπήρχαν στο στάδιο της αδειοδότησης σημαντικά έργα (π.χ. κοιτάσματα Περάματος και Σαπών), ενώ ήταν σε εξέλιξη ο πλειοδοτικός διαγωνισμός για ορισμένα από τα πορφυρικά συστήματα του Νομού Κιλκίς με πρόθεση προκήρυξης διαγωνισμών από το ΥΠΕΚΑ και για άλλους χώρους (π.χ. μεταλλευτικός χώρος στην περιοχή Καλλυντήρι Ροδόπης). 


Επισημαίνεται ότι τότε υπήρχε αξιόλογο ενδιαφέρον εταιρειών, οι οποίες εξήταζαν τις δυνατότητες αδειοδότησης για έρευνα εντοπισμού κοιτασμάτων τόσο σε δημόσιους μεταλλευτικούς χώρους -μέσα από τη διαδικασία των πλειοδοτικών διαγωνισμών- όσο και παραχωρήσεων. 

Η ατυχής έκβαση των προσπαθειών αυτών σε συνδυασμό με το πρωτοφανές αρνητικό κλίμα των τελευταίων ετών για επενδύσεις στον εξορυκτικό κλάδο των μεταλλικών ορυκτών, οδήγησε στην ουσιαστική παύση κάθε έρευνας εντοπισμού ΟΠΥ. Ο καθείς μπορεί να ανιχνεύσει τα αίτια της αποτυχίας.

Αυτό όμως που είναι πράγματι εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια γίνονταν συνεχώς από αρμοδίους -και συνεχίζονται και σήμερα- αναφορές στη σημασία του «ορυκτού πλούτου», ανακοινώνονταν διάφορες ατεκμηρίωτες εκτιμήσεις για την αξία του, ενώ ταυτόχρονα δίνονταν -όπως δίνονται και σήμερα- υποσχέσεις για στήριξη της όλης προσπάθειας αξιοποίησής του στο πλαίσιο μίας αναπτυξιακής στρατηγικής. 

Διαπιστώνεται κατά συνέπεια ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στις «δηλώσεις προθέσεων» της Πολιτείας και το «αποτέλεσμα». Ουσιαστικά η έρευνα για εντοπισμό κοιτασμάτων περιορίζεται σήμερα στις προσπάθειες των εταιρειών εξόρυξης για αύξηση των αποθεμάτων τους (brownfield exploration), ενώ δεν εκτελείται κανένα έργο για αναζήτηση νέων κοιτασμάτων (greenfield exploration).

Eίναι γνωστό ότι η κοιτασματολογία εξελίσσεται συνεχώς και η γνώση μας για το «τι ορυκτή ύλη θα βρούμε και πως» σε μία περιοχή βελτιώνεται, έτσι ώστε να χρειάζονται σε εθνική κλίμακα επαναξιολογήσεις των διαφόρων περιοχών αναφορικά με το δυναμικό τους. 

Τα κρίσιμα ορυκτά και μέταλλα για παράδειγμα** δεν είχαν αποτελέσει ερευνητικό στόχο των μελετητών διαφόρων μεταλλοφόρων εμφανίσεων (πλην εξαιρέσεων), με αποτέλεσμα να μην υπάρχει σήμερα συστηματική γνώση των συγκεντρώσεών τους, ενώ για ορισμένα ορυκτά ανακαλύπτονται νέες χρήσεις με αποτέλεσμα να αποκτούν σημαντική οινονομική αξία, εκεί που η κοιτασματολογία-μεταλλευτική τα αγνοούσε.

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι αιτία της αναποτελεσματικότητας είναι οι αντιδράσεις που προβάλλονται σε τοπικό επίπεδο. Εδώ όμως βρίσκεται η ευθύνη της Πολιτείας, η οποία θα πρέπει να αντιληφθεί ότι οι εταιρείες ξοδεύουν σημαντικά κεφάλαια για αναζήτηση νέων κοιτασμάτων σε περιοχές για τις οποίες προηγουμένως έχουν λάβει τις σχετικές άδειες σύμφωνα με όλα όσα προβλέπει η νομοθεσία. 

Αυτονόητο είναι ότι αποτελεί ευθύνη της πολιτείας να προστατεύσει τους επενδυτές και να δείξει εμπράκτως τη βούληση και την ικανότητά της γι’ αυτό. Σε περίπτωση επιτυχίας των ερευνών τους, οι επενδυτές δικαιούνται απολύτως να τύχουν αδειοδότησης για την εκμετάλλευση των νέων κοιτασμάτων, πάντοτε βέβαια σύμφωνα με όσα προβλέπει η νομοθεσία.

Η έρευνα εντοπισμού στο πρώϊμο αναγνωριστικό στάδιο είναι μέσα στους σκοπούς της Γεωλογικής Υπηρεσίας (ΙΓΜΕ). Ομως η Γεωλογική Υπηρεσία αποτελεί σήμερα σκιά του παλαιού εαυτού της, αφού είναι εγκλωβισμένη σε διοικητικά προβλήματα που είναι άσχετα με προσπάθειες υλοποίησης των στόχων για τους οποίους ιδρύθηκε, αναγκάζεται να εφαρμόσει κοινωνικά κριτήρια προσωρινής στελέχωσης που δεν είναι συμβατά με τις ανάγκες ενός σύγχρονου ερευνητικού οργανισμού, δεν έχει στρατηγικό σχεδιασμό στο πλαίσιο της Εθνικής πολιτικής για τις ΟΠΥ και εμφανίζεται -σχεδόν- με άγνωστο μέλλον.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις αδυναμίες του κρατικού φορέα και τη διεθνή πρακτική γίνεται πλέον σαφές ότι η διαδικασία αδειοδότησης για τις δραστηριότητες έρευνας (περιλαμβανομένης της αδειοδότησης για γεωτρήσεις) πρέπει να γίνει ευνοϊκή για μικρές ιδιωτικές εταιρείες ερευνών, οι οποίες συνήθως αποτελούνται από εξαιρετικά έμπειρους κοιτασματολόγους και μπορούν να αναδείξουν και κοιτάσματα με μικρότερο οικονομικό ενδιαφέρον. Ομως για την προσέλκυσή τους, το στάδιο της έρευνας εντοπισμού πρέπει να αποσυνδεθεί από το στάδιο εξόρυξης.

Παράλληλα πρέπει να υπάρξουν σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις, έτσι ώστε να μην υπάρχουν στο μέλλον ερευνητέοι μεταλλευτικοί χώροι, στους οποίους δεν θα προχωρά η έρευνα σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ο μισθωτής θα έχει αναλάβει. 

Από εμπειρία πολλών ετών μπορώ να βεβαιώσω ότι Ελληνες γεωλόγοι-πτυχιούχοι Ελληνικών Πανεπιστημίων μπορούν -σε ικανοποιητικό ποσοστό- να στελεχώσουν ή να συνεργασθούν με εταιρείες με αντικείμενο τον εντοπισμό νέων κοιτασμάτων.

Είναι γνωστό ότι το νομοθετικό πλαίσιο της Εθνικής Πολιτικής για τις ορυκτές ύλες υπάρχει και είναι σύμφωνο με όσα η πολιτική της ΕΕ έχει καθορίσει. Το μεγάλο κενό εντοπίζεται στην υλοποίησή της. Προφανώς το πρόβλημα είναι πολιτικό. Πόσο αξιόπιστη μπορεί να θεωρείται μία Πολιτεία (περιλαμβανομένης και της τοπικής αυτοδιοίκησης), που ενώ χορηγεί άδειες για έρευνα εντοπισμού ΟΠΥ στη συνέχεια αρνείται ή καθυστερεί να εγκρίνει τις αδειοδοτήσεις για εξόρυξη;

Αυτό δίνει το δικαίωμα σε πολλούς να πιστεύουν ότι οι συμπεριφορές-αποφάσεις σε τοπικό επίπεδο επιβάλλονται στο πλαίσιο κομματικών ανταγωνισμών σε εθνική ή τοπική κλίμακα. Και είναι απογοητευτικό το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται επιχειρήματα που δεν αντέχουν σε επιστημονικά και τεχνολογικά δεδομένα, ακόμη και όταν οι ίδιες τεχνικές εξόρυξης και κατεργασίας αποδεικνύεται ότι εφαρμόζονται χωρίς περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε άλλες χώρες.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι, είτε η πολιτεία φαίνεται ευχαριστημένη με την κατάσταση της ανυπαρξίας έρευνας εντοπισμού νέων κοιτασμάτων -παρά τις δηλώσεις περί του αντιθέτου- είτε ότι φαίνεται αδύναμη να την αντιμετωπίσει.

**Οι κρίσιμες ορυκτές ύλες για την Ευρωπϊκή Ένωση (2017) είναι: βαρίτης, φθορίτης, βορικά άλατα, φωσφορικά, Sb, Be, Bi, Co, Ga, Ge, Hf, He, In, Mg, Nb, Sc, Si metal, Ta, W, V, PGM, REE.

Σχόλιο. Η Εθνική Πολιτική ΟΠΥ δεν ετέθη σε εφαρμογή τον Φεβρουάριο του 2012. Η τότε εκδήλωση απετέλεσε μια πανηγυρική διακήρυξη προθέσεων προς υλοποίηση. Η Εθνική Πολιτική για να τεθεί σε ισχύ πρέπει να επικαιροποιηθεί/αναθεωρηθεί (πλέον) και να κατοχυρωθεί θεσμικά με νόμο ή έστω Υπ. Απόφαση. Οπως έγινε με την ΕΠ για την Βιοποικιλότητα, για την κυκλική οικονομία κλπ. Εννοείται ότι το ευρύτερο νομοθετικό πλαίσιο για την υλοποίηση υπάρχει όπως ήδη αναφέρθηκε στο άρθρο.

Κι ακόμη κάτι. Η κακοδαιμονία δεν βρίσκεται μόνο στους κόλπους της Πολιτείας, αλλά εγκαθίσταται και  φωλιάζει στον Ελληνα από την πρώτη μέρα που πηγαίνει στο σχολείο και φυσικά παγιώνεται πλήρως στο ελληνικό πανεπιστήμιο.

Η Πολιτεία καθρεπτίζει τον εαυτό μας, τον κακό εαυτό μας αν θέλετε, όμως είμαστε εμείς που δεν έχουμε αρχές, που άλλοτε αδιαφορούμε, άλλοτε προσποιούμαστε ότι ενδιαφερόμαστε για το πολύφερνο δημόσιο συμφέρον, αλλά που στο βάθος ιδιωτεύουμε και  μόνον! Για να παράξεις ως πολιτεία πρέπει να πάψεις να ιδιωτεύεις.. 

Με άλλα λόγια, αν μεταφέρεις τους ικανούς ιδιώτες στις θέσεις κλειδιά της Πολιτείας, ουδόλως αυτό εγγυάται ότι θα έχεις αποτέλεσμα στην όποια δημόσια πολιτική προσπαθείς να υλοποιήσεις..  Ας πάψουμε να ιδιωτεύουμε και ας προσφέρουμε εθελοντικά!

Αναδημοσίευση από oryktosploutos.net