Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

ΠΩΣ Ο "ΤΑΠΕΙΝΟΣ" ΧΑΛΚΟΣ ΣΩΖΕΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΖΩΕΣ ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΜΟΛΥΝΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ


Χρυσίζων Σταφυλόκοκκος, Πνευμονία, κορονοϊοί, Κλεμπσιέλα, Γρίπη κτλ, είναι λέξεις που προκαλούν τρόμο σε ασθενείς και γιατρούς, ειδικά σε αυτούς που νοσηλεύονται και εργάζονται σε νοσοκομεία. Σύντομα όμως, οι κίνδυνοι από αυτούς τους ιούς μπορεί να εκμηδενιστούν, χάρη στη χρήση του ''ταπεινού'' χαλκού, ως μέσο πρόληψης των λοιμώξεων.

Ο αντιμικροβιακός χαλκός είναι το αποτελεσματικότερο υλικό επιφανειών επαφής καθώς εξαλείφει περισσότερο από το 99,9% των βακτηριδίων εντός 2 ωρών έκθεσης. Κανένα άλλο υλικό, όπως για παράδειγμα επενδύσεις που περιέχουν άργυρο, δεν έχει αποτελεσματικότητα που να πλησιάζει αυτή του χαλκού. 

Τα ιόντα του αντιμικροβιακού χαλκού σκοτώνουν τα μικρόβια διαπερνώντας την εξωτερική τους μεμβράνη, με αποτέλεσμα να διακόπτουν τις κύριες λειτουργίες αυτών.

Οι ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις στοιχίζουν δεκάδες χιλιάδες ζωές κάθε χρόνο. Μόνο στην Ευρώπη, 37.000 ασθενείς χάνουν τη ζωή τους κάθε χρόνο από λοιμώξεις που ''κολλούν'' στα νοσοκομεία. Όλα αυτά, παρα το γεγονός ότι λαμβάνονται υψηλά μέτρα υγιεινής, χρησιμοποιούνται αντιβιωτικά και αποστείρωση. Μια νέα μελέτη από το πανεπιστήμιο του Southampton, υποστηρίζει ότι η χρήση του χαλκού σε επιφάνειες με τις οποίες έρχονται σε επαφή πολλοί άνθρωποι (πχ πόμολα), θα μπορούσε να σώσει χιλιάδες ζωές.

Ο ιός της πνευμονίας μπορεί να επιβιώσει σε μια οποιαδήποτε επιφάνεια για 5 ημέρες. Όταν τοποθετήθηκε όμως σε χάλκινη επιφάνεια, καταστράφηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Ο κορονοϊός 229E που προσβάλει το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα, είχε παρόμοια αντίδραση και κατέστη ανενεργός σε λιγότερο από 5 λεπτά. Ο χαλκός είναι ιδιαιτέρως αποτελεσματικός εναντίον όλων των σούπερ-ιών και η ευρεία χρήση του αναμένεται να σώσει εκατοντάδες ζωές.

Η έρευνα έρχεται να επιβεβαιώσει αυτό που είναι ήδη γνωστό, δηλαδή την ισχυρή αντιμικροβιακή ικανότητα του χαλκού. Η εφαρμογή του ενδείκνυται όχι μόνο σε νοσοκομεία, αλλά΄και σε σχολεία και λοιπούς δημόσιους χώρους.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο ιατρικό περιοδικό mBio.

Αναδημοσίευση από terranovaincognita