Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Η ΕΛΛΑΔΙΤΣΑ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΟΡΥΚΤΟ ΠΛΟΥΤΟ, ΟΜΩΣ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ!


Του Πέτρου Τζεφέρη

Η Ελλαδίτσα μας έχει Ορυκτό Πλούτο. Όχι επειδή το είπε κάποτε ο πρόεδρος της (τότε) ΕΟΚ, κ. Γκαστόν Τόρν (1981) ή ο αρθρογράφος των FINANCIALS TIMES (1978), διαπιστώσεις οι οποίες έγιναν με βάση το οικονομικό περιβάλλον του τέλους της δεκαετίας του 1970.

Η Ελλαδίτσα μας διαθέτει Ορυκτό Πλούτο και σημαντική εξορυκτική βιομηχανία παρά το γεγονός ότι τα τελευταία 20-30 χρόνια είχαμε αναστολή πολλών επενδυτικών σχεδίων (πχ. αλουμίνας ή και ανοξείδωτου χάλυβα) αλλά και την διακοπή λειτουργίας ορισμένων από τις μεγαλύτερες μεταλλευτικές βιομηχανίες της Χώρας μας (Συγκρότημα Σκαλιστήρη, Μποδοσάκη, ΕΛ.ΣΙ: Ελληνικά Σιδηροκράματα, Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου κ.τ.λ.) ή την μετατροπή τους σε προβληματικές και την εξ’ αυτού του λόγου κρατικοποίησή τους (π.χ. ΛΑΡΚΟ).

O ορυκτός μας πλούτος δεν είναι ούτε κρυφός ούτε αμύθητος. Είναι μετρήσιμος και σε βάθος χρόνου εκμεταλλεύσιμος, πράγμα το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε λογικά οφέλη την πραγματική οικονομία μας, συμπεριλαμβανομένου και του περιβαλλοντικού κόστους. 

Σύμφωνα με έρευνες του ΙΓΜΕ, τα μετρήσιμα μεταλλευτικά αποθέματα αποτιμώνται σε περίπου 38 δις ευρώ με βάση τις τρέχουσες τιμές, σε βάθος όμως τριακονταετίας. Αυτό σημαίνει πως αυτά τα χρήματα δεν είναι διαθέσιμα παρά μόνον σε βάθος χρόνου κι εφόσον σχεδιαστούν και υλοποιηθούν οι απαραίτητες επενδύσεις οι οποίες θα πρέπει να είναι οικονομικά βιώσιμες και περιβαλλοντικά ασφαλείς,  κι ακόμη αποδώσουν σύμφωνα με το προσδοκώμενο.

Για παράδειγμα, είναι γνωστό, το βεβαιωμένο αποθεματικό δυναμικό περίπου 420 τόνων χρυσού στη Μακεδονία και Θράκη (Χαλκιδική, Πέραμα, Σάπες, Κιλκίς, Σέρρες κλπ). Είναι όμως εξίσου γνωστά και τα προβλήματα στην προώθηση των επενδύσεων που αφορούν την εκμετάλλευσή τους ειδικά όταν μιλάμε για καθετοποίηση και μεταλλουργική αξιοποίηση των κοιτασμάτων αυτών.

Άλλο παράδειγμα αποτελούν τα  κοιτάσματα υδρογονανθράκων, για τα οποία επίσης πολύς ο λόγος. Είναι γνωστό, εδώ και δεκαετίες, ότι πέραν από τον “Πρίνο”, υπάρχουν δύο βασικές περιοχές “ώριμου” ενδιαφέροντος. 

Η πρώτη περιοχή αφορά στη Δυτική Ελλάδα (Ιόνιο Πέλαγος, Ήπειρος, βορειοδυτική Πελοπόννησος, Πατραϊκός Κόλπος) και η δεύτερη στο Λιβυκό Πέλαγος και στην ευρύτερη περιοχή του Νότιου Αιγαίου, τη λεγόμενη Λεκάνη Ηροδότου της οποίας το κεντρικό και βόρειο τμήμα βρίσκονται εντός των Ελληνικών χωρικών υδάτων. 

Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι όλες οι “εκτιμήσεις” οι οποίες αφορούν μόνο  γεωλογικά, γεωφυσικά και όχι γεωτρητικά δεδομένα, δεν μπορούν να αξιολογηθούν κι απαιτούν γεωτρητική έρευνα. Η γεωτρητική έρευνα όμως είναι υψηλής έντασης σε εξειδίκευση,  κεφάλαια αλλά και επιχειρηματικό  ρίσκο.

Κι ακόμη, υπάρχει ο υφιστάμενος στρατηγικής σημασίας μεταλλευτικός/μεταλλουργικός τομέας (βωξίτης, λατερίτης/νικέλιο, μαγνησίτης, βιομηχανικά ορυκτά κλπ), στον οποίο πρέπει να προσθέσουμε κα τους ενεργειακούς πόρους (λιγνίτης κλπ), καθως και τα μάρμαρα και αδρανή υλικά, που θα πρέπει να στηριχθεί με στοχευμένες δράσεις, που λίγο πολύ ειναι θεωρητικά γνωστές σε όσους εξειδικεύονται στον τομέα.

Υπάρχουν λοιπόν δυσκολίες και απαιτείται σημαντικός χρόνος μέχρις ότου η “μεταλλευτική αξία” μετουσιωθεί σε χρήμα και κοινωνικό όφελος. Από την άλλη μεριά όμως, υπάρχουν τα κοιτάσματα, υπάρχει η εμπειρία, η τεχνογνωσία, τα στελέχη, θα βρεθούν ακόμη και τα κεφάλαια όταν υπάρχει σε βάθος χρόνου η θεμιτή επιχειρηματική προσδοκία.

Το μόνο που διαπιστωμένα λείπει είναι το διαχρονικό όραμα. Να πιστέψει δηλαδή κανείς. Αν υπάρξει το όραμα θα υπάρξει και το σχέδιο. Και αν αυτό είναι καταρχήν λανθασμένο είτε σε λάθος βάση είτε με υπερβολικές προσδοκίες, αυτό αργά η γρήγορα θα διορθωθεί.

Αναδημοσίευση από xrysoselladas