Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΗ ΓΕΝΙΑ


Του Σωτήρη Καμενόπουλου

Η Αναγέννηση στην Ευρώπη διήρκησε μεταξύ 14ου και 16ου αιώνα ακολουθούμενη από τον Διαφωτισμό μεταξύ του 17ου και του 18ου αιώνα. Η πρόοδος σε επιστήμες και τέχνες ήταν δραματική κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων. 

Μία ξενάγηση σε οποιοδήποτε Μουσείο Τεχνολογίας της Ευρώπης (π.χ. Μουσείο Τεχνολογίας του Μιλάνου) μπορεί να σας πείσει. Εκεί θα αντιληφθεί κανείς το πόσο καθυστερημένη υπήρξε η χώρα μας σε όλους τους τομείς. Η χώρα μας καθόλη αυτή τη διάρκεια της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης και του Διαφωτισμού βρισκόταν υπό το ζυγό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

O ελληνικός λαός, ελέω Οθωμανικού ζυγού, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τις δραματικές κοινωνικές, επιστημονικές, τεχνολογικές, οικονομικές και πολιτιστικές αλλαγές που είχαν συντελεσθεί κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. 

Οι αλλαγές αυτές στην Αναγέννηση και το Διαφωτισμό δεν πραγματοποιήθηκαν από τη μία μέρα στην άλλη: οι ευρωπαϊκές κοινωνίες άλλαξαν δια πυρός, σιδήρου, αλλά και πλήθους κοινωνικών επαναστάσεων με διακύβευμα την κατάκτηση ατομικών/κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθερίας.

Κανένα από τα ευρωπαϊκά επιτεύγματα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά κυρίως, τις ευρωπαϊκές κοινωνικές αλλαγές που συνέβησαν δια μέσω του χρόνου, δεν πρόλαβαν να συνειδητοποιήσουν οι ραγιάδες. 

Από τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού Συντάγματος το 1822 (Σύνταγμα της Επιδαύρου), ουσιαστικά η χώρα μας δεν έχει γευθεί τις προαναφερθέντες αλλαγές καθώς ακολούθησαν οι εθνικές παλινωδίες: ο χαμένος Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, η πτώχευση του Τρικούπη, ο Α' και Β' Βαλκανικός πόλεμος, ο Α' και Β' Παγκόσμιος, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο εμφύλιος πόλεμος, οι δικτατορίες του Μεταξά και του Παπαδόπουλου...

Σύμφωνα με τον Eric Hobsbawm μία από τις πιο σημαντικές αλλαγές η οποία συνέβη στον 19ο αιώνα, και ενόσω μεγάλο μέρος της Ελλάδας βρισκόταν υπό τον Οθωμανικό ζυγό, ήταν το γεγονός ότι οι τότε «δεύτερες και υστερότερες γενιές των αστικών οικογενειών» είχαν μόλις διαπιστώσει πως δεν χρειαζόταν πια να «εργασθούν», αλλά είχαν επαναπαυθεί στη συσσώρευση πλούτου που είχε δημιουργήσει η προηγούμενη-καθιερωμένη γενιά. 

Ως εκ τούτου, αυτές οι υστερότερες γενιές αφιερώθηκαν σε ενασχολήσεις (πχ. τέχνες) οι οποίες αντικατόπτριζαν ουσιαστικά την ανάγκη περισσότερο για επίδειξη του υψηλού τους κοινωνικού στάτους παρά το πραγματικό τους πάθος πχ. για τις τέχνες. 

Μέσω αυτής της πολύχρονης διαδικασίας αυτές οι υστερότερες γενιές ουσιαστικά κατέστησαν «άεργες» (με την ακριβή έννοια του όρου, δηλαδή δεν παρήγαν έργο). Το μόνο για το οποίο ενδιαφέρονταν αυτές οι υστερότερες γενιές της ευρωπαϊκής αστικής τάξης του 19ου αιώνα ήταν όχι να συσσωρεύσουν πλούτο, αλλά να ξοδέψουν τον πλούτο που παρήγε η προηγούμενη γενιά.

Η περίοδος της μεταπολίτευσης (Γ' Ελληνική Δημοκρατία) έφερε την πρώτη-μετά-τη-μεταπολίτευση-γενιά των Ελλήνων αντιμέτωπη με μία πρωτόγνωρη ελευθερία αλλά και δυνατότητα συσσώρευσης πλούτου. 

Ωστόσο, αυτός ο πλούτος δεν παρήχθη μέσα από πραγματικές παραγωγικές διαδικασίας, αλλά ίσως, ακριβώς από το αντίθετο: ο πλούτος της Γ' Ελληνικής Δημοκρατίας ήταν πλούτος αντιπαραγωγικός. Ήταν πλούτος ο οποίος στηρίχθηκε σε επιδοτήσεις. Ένας πλούτος επίπλαστος. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί θεωρήθηκαν ως ευκαιρία διασπάθισης της εμπιστοσύνης της συνέργειας (1+1=3) με τελικό αποτέλεσμα τη διασπάθιση απίστευτων πόρων. 

Τα ίδια συνέβησαν με πλήθος επιχειρηματικών δανείων ορισμένα εκ των οποίων κατέληξαν τελικώς σε εξωχώριους φορολογικούς παραδείσους. Αυτό αποτελεί Ύβρι για τις επόμενες γενιές Ελλήνων.

Ταυτόχρονα όμως, η ίδια αυτή γενιά φρόντισε, εξ ονόματος μίας δήθεν καθυστερημένης ωστόσο «επανάστασης», να στοχοποιεί διαρκώς την επιχειρηματικότητα ως έγκλημα κατά των κοινωνικών ελευθεριών (sic). 

Οι καιροί είχαν κατά πολύ προσπεράσει αυτές τις «επαναστάσεις». Ας ξεκαθαριστεί: χωρίς την παρουσία της επιχειρηματικότητας κοινωνικός πλούτος δεν παράγεται

Η αποβιομηχάνιση της χώρας, λοιπόν, αποτέλεσε αυτονόητο επακόλουθο: η χειραφετημένη πρώτη-μετά-τη-μεταπολίτευση-γενιά είχε αποκτήσει τη δυνατότητα, μέσω των αντιπαραγωγικών επιδοτήσεων, να στέλνει σωρηδόν τα παιδιά της (τις δεύτερες και υστερότερες γενιές Ελλήνων μετά τη μεταπολίτευση) στο εξωτερικό να σπουδάσουν. 

Να αποκτήσουν ένα master από ξένο πανεπιστήμιο, όμως όχι γιατί πραγματικά ποθούσαν το αντικείμενο, αλλά για το κοινωνικό στάτους που θα αποκτούσαν. Για το image. Θα ανερχόταν στην κοινωνική σκάλα. Αποτέλεσμα; Έχει δημιουργηθεί μία μεγάλη μάζα από πραγματικά πολύ μορφωμένους νέους και νέες, αλλά ταυτόχρονα, αυτοί οι νέοι και νέες παραμένουν ουσιαστικά «άεργοι/ες» καθώς αδειάσαμε από βιομηχανίες.

Η ελληνική κοινωνία της Γ' Ελληνικής Δημοκρατίας ίσως συμπεριφέρθηκε ως η καθιερωμένη γενιά του 19ου αιώνα (όπως την περιέγραψε ο Hobsbawm) δημιουργώντας αδικαιολογήτως μία «άεργη» θρυμματισμένη γενιά...(με μόνη σημαντική διαφορά πως οι ευρωπαϊκές κοινωνίες το 19ο αιώνα δεν «θυσίασαν» τις βιομηχανίες τους).

Δεν χρειάζεται ίσως καν να αναφερθούμε στην αναγκαιότητα αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Αυτά έχουν ξαναειπωθεί.

Οφείλουμε ωστόσο ως κοινωνία να «ενηλικιωθούμε» απότομα. Να περάσουμε δια πυρός και σιδήρου έστω και καθυστερημένα. Να αποκαθηλώσουμε απαρχαιωμένες-ξεπερασμένες ιδεοληψίες και να «επαναστατήσουμε» δημιουργώντας βιομηχανίες και επιχειρήσεις.

Δεν πάει πιο κάτω.

Αναδημοσίευση από huffingtonpost.gr