Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ 2: ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΕΤΑΛΛΟΦΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ ΣΤΑ ΠΛΟΥΣΙΑ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ


Του Δρ. Γεωλογίας Νικολάου Αρβανιτίδη

Η πρώτη παρέμβαση, «Χαλκιδική 1: Οι ορυκτές πρώτες ύλες κοντά στον άνθρωπο και την ανάπτυξη του», στην αρθογραφική σειρά που ξεκίνησε για τον πολύ - αναπτυξιακό χαρακτήρα της Χαλκιδικής, γίνεται αναφορά στην διαχρονική συμβολή των ορυκτών πρώτων υλών στην ανάπτυξη και τον πολιτισμό του ανθρώπου ξεκινώντας από την αρχαιότητα. 

Η πρόοδος, η εξέλιξη, η διαβίωση και τελικά η ίδια η ζωή διατηρούν μόνιμη και στενή σχέση με την καθημερινή χρήση ορυκτών και μετάλλων.

Στην δεύτερη αρθογραφία, Χαλιδική 2, αναδεικνύεται ο μεταλλογενετικός πλουραλισμός, η προέλευση και η δυναμική του ορυκτού πλούτου που προκύπτει, και η παρουσία πρότυπων μεθοδολογικών εργαλείων, με ευρύτερες σφαιρικά εφαρμογές στην κοιτασματολογική έρευνα. 

Το μεταλλοφόρο σύστημα που λειτούργησε στην περιοχή «νομοτελειοποιείται» γεωλογικά, και η τυπολογία του συγκεντρώνει μαζί με το οικονομικό και εκπαιδευτικό ενδιαφέρον. 

Το μεταλλευτικό κέντρο Ολυμπιάδας - Στρατωνίου - Σκουριών γίνεται εξίσου σημαντικό εκπαιδευτικό κέντρο, με ιδιαίτερη παρουσία, συμβολή και αξία στην εκμάθηση, εξάσκηση και κατάρτιση νέων γεωεπιστημόνων, αλλά και σημείο αναφοράς για τεκμηριωμένη και πραγματική ενημέρωση της κοινής γνώμης. 

Αυτός είναι και ο βασικός στόχος αυτής της 2ης παρέμβασης. Δηλαδή με όσο το δυνατόν απλό τρόπο να γίνει κατανοητό και στον πιο απλό, ανυποψίαστο, τελευταίο πολίτη της χώρας, η πολύπλευρη αναπτυξιακή και πλουραλιστική κοινωνικά αξία που προκύπτει από τον ορυκτό πλούτο της Χαλκιδικής.

Ο μηχανισμός που λειτούργησε στην διαδικασία σχηματισμού της μεταλλοφόρου εμφάνισης στο Ζέπκο αποτυπώνει και περιγράφει σε μεγάλο βαθμό το μεταλλογενετικό μοντέλο που ισχύει στην περίπτωση του συμπαγούς θειούχου μεταλλεύματος Ολυμπιάδας. 

Οι περιορισμένης κλίμακας δηλαδή αρχαίες μεταλλευτικές εργασίες, εκμεταλλεύσεις και στοές στο Ζέπκο και τη Βίνα αφορούσαν στην εξόρυξη χρυσού από την εκμετάλλευση μικρών επιφανειακών και "ρηχών" μεταλλοφορων σωμάτων τύπου Ολυμπιάδας.

 Ο "επιφανειακός" και " μικρός" Ζεπκος δεν είναι παρά μόνο μία μικρογραφία του μεταλλογενετικου συστήματος που έδωσε το πλούσιο σε χρυσό, άργυρο, μόλυβδο, ψευδάργυρο και χαλκό, κοίτασμα Ολυμπιάδας.


Πέρα από την σημασία που έχει η διαπίστωση αυτή στη κοιτασματολογική έρευνα, ιδιαίτερα υψηλή είναι και η εκπαιδευτική αξία, τόσο στους σπουδάζοντες όσο και στους επαγγελματίες γεωεπιστημονες. 

Συγκεκριμένα προκύπτει με απόλυτο και ξεκάθαρο τρόπο ο τεκτονικός, στρωματογραφικός και λιθολογικός έλεγχος κυκλοφορίας, αντίδρασης και παγίδευσης μεταλλοφόρων υδροθερμικών διαλυμάτων. 

Τα τελευταία έχοντας θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 300 βαθμών κελσίου, αφού βρήκαν διάδρομους στα βαθιά ρήγματα της περιοχής, είχαν καθοριστικό ρόλο στην συγκέντρωση, μεταφορά και απόθεση χρυσοφόρων θειούχων ορυκτών.

Η παρουσία ανθρακικών πετρωμάτων συνέβαλε στην γεωμετρική επέκταση και ανάπτυξη της ιδιαίτερα ογκώδους αποθεματικής διάστασης που καταγράφεται.

Για τον έμπειρο και ικανό οικονομικό γεωλόγο/κοιτασματολόγο, χαρτογραφώντας τις περιοχές Βίνας και Ζέπκου, λίγα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της θέσης του μεταλλείου και του δημοτικού διαμερίσματος Ολυμπιάδας, και μελετώντας τις μεταλλοφόρες εμφανίσεις και αρχαίες στοές που υπάρχουν εκεί, το μεταλλογενετικό μοντέλλο που προκύπτει είναι συγκεκριμένο και γίνεται σχετικά εύκολα αντιληπτό. 

Είναι γι’ αυτόν σαν να διαβάζει βουλωμένο γράμμα. Η συνέργεια και διαδραστική λειτουργία μεταξύ ρηξιγενών δομών, έντονης και δυναμικής υδροθερμικής δραστηριότητας, και παρουσίας οριζόντων ανθρακικών πετρωμάτων/μαρμάρων στη λιθοστρωματογραφία της περιοχής, αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες στο σχηματισμό πλούσιων κοιτασμάτων τύπου Ολυμπιάδας. 

Υπόγεια ανάπτυξη μεταλλείου Ολυμπιάδας

Συγκεκριμένα, υδροθερμικά διαλύματα (λιγότερο ή περισσότερο υφάλμυρα και με παρουσία θείου) από το «εσωτερικό» της γης, στην ανοδική τους πορεία μέσω σχεδόν κατακόρυφων ρηξιγενών ζωνών, εκχυλίζουν, εμπλουτίζονται και μεταφέρουν μέταλλ , που αποθέτουν με τη μορφή φλεβικών και κυρίως συμπαγών συγκεντρώσεων θειούχων ορυκτών στις τομές ρηγμάτων/διακλάσεων με ανθρακικά πετρώματα. 

Έχοντας λοιπόν σαν ερευνητικό εργαλείο το «μικρογραφικό» μοντέλο του Ζέπκου, ελέγχοντας τη γεωλογία της περιοχής και γνωρίζοντας την ανάπτυξη οριζόντων μαρμάρου/ανθρακικών πετρωμάτων σε βαθύτερα τμήματα του υποβάθρου, ο εντοπισμός δυναμικότερων και πλουσιότερων κοιτασμάτων είναι απόλυτα εφικτός και ρεαλιστικός στόχος. 

Με άλλα λόγια η πληροφορία που συλλέγει κάποιος στην επιφάνεια, σε συνδυασμό με συστηματική παρατήρηση, ανάλυση και ερμηνεία των δεδομένων αξιοποιείται στην περίπτωση αυτή, όπως και σε πολλές άλλες, στην κοιτασματολογική έρευνα βάθους και τον εντοπισμό οικονομικά εκμεταλλεύσιμων μεταλλευμάτων, τύπου Ολυμπιάδας.

Στα σημεία λοιπόν επαφής και τομής τους με ανθρακικά πετρώματα και μέσα από μια δυναμική διαδικασία διεκδικητικών φυσικοχημικών αντιδράσεων, τα υδροθερμικά διαλύματα παγιδεύονται και αποθέτουν πολυμεταλλικά θειούχα ορυκτά που αντικαθιστούν και καταλαμβάνουν μεγάλα τμήματα και χώρους που οριοθετούν γεωμετρικά οι στρωματογραφικά δομημένοι ορίζοντες μαρμάρου.

Σημειώνεται ότι μάρμαρα και ανθρακικά πετρώματα, είναι λιθογεωχημικά απόλυτα ταυτόσημοι όροι. Η χρήση του ενός ή του άλλου όρου στο κείμενο γίνεται αποκλειστικά για λόγους αποφυγής της ίδιας κάθε φορά ονοματολογικής επανάληψης.