ΗΠΑ: Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΧΑΛΚΟΥ ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΗΝ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΟ AI

Ο χαλκός έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο στρατηγικά ορυκτά για τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς αποτελεί βασικό συστατικό της φυσικής υποδομής που απαιτείται για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.

Ωστόσο, η μείωση των νέων ανακαλύψεων κοιτασμάτων και η προτίμηση των μεγάλων μεταλλευτικών ομίλων στις εξαγορές υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων αντί της ανάπτυξης νέων ορυχείων δημιουργούν τον κίνδυνο σοβαρών ελλείψεων μέσα στην επόμενη πενταετία, γεγονός που θα μπορούσε να επιβραδύνει σημαντικά την αμερικανική προσπάθεια στον τομέα της AI και να ενισχύσει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Κίνας.

Τα μεγάλα κέντρα δεδομένων (hyperscale data centers), που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης και cloud computing, απαιτούν έως και 50.000 τόνους χαλκού το καθένα, δηλαδή τρεις έως δέκα φορές περισσότερο από ένα συμβατικό κέντρο δεδομένων.

Η αυξανόμενη ζήτηση για αποθήκευση δεδομένων και εφαρμογές AI αναμένεται να οδηγήσει τα hyperscale data centers στο 61% της συνολικής αγοράς έως το 2030, ενώ η ετήσια κατανάλωση χαλκού από τον κλάδο θα μπορούσε να φθάσει τους 500.000 τόνους. Ο χαλκός θεωρείται αναντικατάστατος για τη μετάδοση δεδομένων υψηλής ταχύτητας, τα συστήματα υγρής ψύξης και την αποδοτική διανομή ηλεκτρικής ενέργειας.

Η επέκταση της αμερικανικής βιομηχανίας AI εξαρτάται άμεσα από την ανάπτυξη νέων κέντρων δεδομένων, ωστόσο η διαδικασία αυτή ήδη αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια. Καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις, προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τοπικές πολιτικές αντιδράσεις έχουν οδηγήσει σε αναστολή 48 έργων συνολικής αξίας 156 δισ. δολαρίων μόνο μέσα στο 2025. Παράλληλα, οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των μεγαλύτερων κατασκευαστών data centers προβλέπεται το 2026 να περιοριστούν στο 58% του ρυθμού ανάπτυξης που καταγράφηκε την προηγούμενη χρονιά.

Παρά τα προβλήματα αυτά, η πραγματική απειλή για τον κλάδο θεωρείται η επερχόμενη έλλειψη χαλκού. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), η παγκόσμια αγορά χαλκού ενδέχεται να αντιμετωπίσει έλλειμμα προσφοράς της τάξης του 30% έως το 2035. Η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί κατά 50%, φθάνοντας τα 42 εκατ. τόνους ετησίως έως το 2040, ενώ η παραγωγή εκτιμάται ότι θα σταθεροποιηθεί στα 33 εκατ. τόνους από το 2030, αφήνοντας ένα σημαντικό κενό μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η ανάπτυξη νέων ορυχείων απαιτεί τεράστια κεφάλαια και πολύ χρόνο. Κατά μέσο όρο, χρειάζονται 17 χρόνια από την ανακάλυψη ενός κοιτάσματος έως την έναρξη παραγωγής, ενώ στις ΗΠΑ η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει έως και 31,8 χρόνια.

Ως αποτέλεσμα, οι μεγάλες μεταλλευτικές εταιρείες προτιμούν να επενδύουν στην εξαγορά υφιστάμενων μεταλλείων αντί να αναλαμβάνουν το ρίσκο νέων έργων, γεγονός που περιορίζει την αύξηση της παγκόσμιας παραγωγικής δυναμικότητας.

Ακόμη και η επέκταση υφιστάμενων ορυχείων γίνεται ολοένα πιο δύσκολη, καθώς το κόστος ανάπτυξης έχει αυξηθεί κατά 65% από το 2020, ενώ η μέση περιεκτικότητα των κοιτασμάτων σε χαλκό έχει μειωθεί κατά 40% από το 1991.

Για να αποφευχθεί μια κρίση εφοδιασμού στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να ακολουθήσουν μια πιο ενεργή εμπορική και διπλωματική στρατηγική με στόχο τη διασφάλιση πρόσβασης σε στρατηγικά αποθέματα χαλκού. Η υποσαχάρια Αφρική, η Λατινική Αμερική και η Ασία αναδεικνύονται σε βασικές περιοχές ενδιαφέροντος.

Η υποσαχάρια Αφρική αντιπροσώπευσε το 56% των νέων ανακαλύψεων χαλκού παγκοσμίως την περίοδο 2014-2024, με σημαντική συμβολή από τα μεγάλα κοιτάσματα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Ωστόσο, οι πολιτικοί και υποδομικοί κίνδυνοι παραμένουν υψηλοί, οδηγώντας τις ΗΠΑ να εξετάζουν πιο σταθερές χώρες όπως η Ζάμπια και η Μποτσουάνα.

Στη Λατινική Αμερική, η Χιλή και το Περού παράγουν περίπου το 35% του παγκόσμιου χαλκού και διαθέτουν τεράστια αποθέματα. Παρ’ όλα αυτά, η πλειονότητα των εξαγωγών τους κατευθύνεται προς την Κίνα, η οποία απορροφά πάνω από το 70% της παραγωγής τους. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να ενισχύσουν την παρουσία τους στην περιοχή, προωθώντας μακροχρόνιες συμφωνίες προμήθειας μεταξύ αμερικανικών εταιρειών και μη κινεζικών μεταλλουργικών μονάδων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η Αργεντινή, η οποία διαθέτει μεγάλα ανεκμετάλλευτα αποθέματα χαλκού και θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για τη δημιουργία νέων αλυσίδων εφοδιασμού προσανατολισμένων στη Δύση.

Στην Ασία, η Ινδονησία ενισχύει διαρκώς την παραγωγή της μέσω του γιγαντιαίου ορυχείου Grasberg, ενώ η Μογγολία αναδεικνύεται σε νέο κόμβο παραγωγής χάρη στο μεταλλείο Oyu Tolgoi της Rio Tinto. Παράλληλα, η Αυστραλία, που διαθέτει τα τρίτα μεγαλύτερα αποθέματα χαλκού στον κόσμο, θεωρείται κρίσιμος εταίρος για τη στρατηγική των ΗΠΑ, τόσο μέσω επενδύσεων όσο και μέσω ευρύτερων πρωτοβουλιών συνεργασίας όπως η συμμαχία AUKUS.

Η Ουάσιγκτον διαθέτει ήδη εργαλεία για την προώθηση αυτής της στρατηγικής, όπως χρηματοδοτήσεις μέσω της Export-Import Bank και της Development Finance Corporation, καθώς και διμερείς συμφωνίες για ορυκτές πρώτες ύλες με χώρες πλούσιες σε χαλκό.

Καθοριστικής σημασίας θεωρείται επίσης η ενίσχυση της μεταλλουργικής δυναμικότητας. Σήμερα, η Κίνα επεξεργάζεται περίπου το 50% του παγκόσμιου χαλκού, ενώ οι ΗΠΑ διαθέτουν μόλις δύο μεγάλες μονάδες τήξης και το Περού μία. Χωρίς επενδύσεις σε μεταλλουργικές εγκαταστάσεις, ακόμη και η αύξηση της εξόρυξης δεν θα αρκεί για τη μείωση της εξάρτησης από την Κίνα.

Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η αποτυχία εξασφάλισης επαρκών ποσοτήτων χαλκού θα μπορούσε να θέσει φραγμό στην περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε μια εποχή όπου η τεχνολογία και η γεωπολιτική συνδέονται όλο και πιο στενά, η διασφάλιση ισχυρών αλυσίδων εφοδιασμού χαλκού θεωρείται πλέον προϋπόθεση για τη διατήρηση της αμερικανικής ανταγωνιστικότητας στον παγκόσμιο αγώνα της AI.

Πηγή: geopolitical monitor

Αναδημοσίευση από: worldenergynews.gr

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΧΡΥΣΟΣ: ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΡΥΞΗΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΣΧΟΛΙΟ ΤΗΣ ΡΕΣΠΕΝΤΖΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΗΝΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΙΓΓΛΕΖΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ